ἁγιότης

ἁγιότης:
(1) sanctity
(2) in a moral sense: holiness

Part of Speech: noun feminine

Latin: sanctificatio

Syriac: ܩܕܫ

Hebrews 12:10

οι μεν γαρ προς ολιγας ημερας κατα το δοκουν αυτοις επαιδευον ο δε επι το συμφερον εις το μεταλαβειν της αγιοτητος αυτου

KJV
For they verily for a few days chastened us after their own pleasure; but he for our profit, that we might be partakers of his holiness.

Vulgate
et illi quidem in tempore paucorum dierum secundum voluntatem suam erudiebant nos hic autem ad id quod utile est in recipiendo sanctificationem eius

Peshitta
ܗܳܢܽܘܢ ܓ݁ܶܝܪ ܠܰܙܒ݂ܰܢ ܗ݈ܽܘ ܙܥܽܘܪ ܐܰܝܟ݂ ܕ݁ܨܳܒ݂ܶܝܢ ܗ݈ܘܰܘ ܪܳܕ݂ܶܝܢ ܗ݈ܘܰܘ ܠܰܢ ܐܰܠܳܗܳܐ ܕ݁ܶܝܢ ܠܥܽܘܕ݂ܪܳܢܰܢ ܕ݁ܢܶܫܬ݁ܰܘܬ݁ܰܦ݂ ܠܩܰܕ݁ܺܝܫܽܘܬ݂ܶܗ܂

הנון גיר לזבן הו זעור איך דצבין הוו רדין הוו לן אלהא דין לעודרנן דנשתותף לקדישותה܂

2 Corinthians 1:12

η γαρ καυχησις ημων αυτη εστιν το μαρτυριον της συνειδησεως ημων οτι εν ἁγιότητι1 και ειλικρινεια θεου ουκ εν σοφια σαρκικη αλλ εν χαριτι θεου ανεστραφημεν εν τω κοσμω περισσοτερως δε προς υμας

1 Textus Receptus, Vulgate and Peshitta have απλοτητι

This entry was posted in Α and tagged , , . Bookmark the permalink.

Comments are closed.