Tag Archives: ܥܠܡܐ

ἀΐ́διος

ἀΐ́διος: (1) eternal, everlasting Part of Speech: adjective Latin: (1) aeternus (2) sempiternus Syriac: ܥܠܡܐ (eternity, age, world) Romans 1:20 τα γαρ αορατα αυτου απο κτισεως κοσμου τοις ποιημασιν νοουμενα καθοραται Study more …..

Posted in Α | Tagged , , , , , , , | Leave a comment